επωμίς

η
βλ. επωμίδα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπωμίς — the point of the shoulder fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίδα — ἐπωμίς the point of the shoulder fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίδας — ἐπωμίς the point of the shoulder fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίδες — ἐπωμίς the point of the shoulder fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίδι — ἐπωμίς the point of the shoulder fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίδος — ἐπωμίς the point of the shoulder fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίδων — ἐπωμίς the point of the shoulder fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίσι — ἐπωμίς the point of the shoulder fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίσιν — ἐπωμίς the point of the shoulder fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εποπεύς — I Προσωνύμιο του Δία. Αντίστοιχες θεές ήταν η Επωμίς Άρτεμις και η Επωμίς Δήμητρα, στη Σικυώνα. II Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Γίγαντας, ο οποίος είχε δώσει το όνομά του σε ηφαίστειο της Κάτω Ιταλίας. 2. Βασιλιάς της Λέσβου. Ερωτεύτηκε την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.